Του Βασίλη Πάϊκου
Εδώ που τα λέμε, αν ήταν να κάνει ο Τσίπρας τις θεαματικές κωλοτούμπες με τις οποίες τον χρεώνουν προκαταβολικά, θα τις είχε κάνει από καιρό. Θα είχε πάρει τη συμφωνία και θα 'χε καθαρίσει. Εμ, βέβαια, γιατί να περιμένει ένα τετράμηνο και να βασανίζεται; Και να 'χει κι έναν ολόκληρο λαό στην τσίτα, να 'χουμε χάσει όλοι τον ύπνο μας από την αγωνία;
Εδώ που τα λέμε, αν ήταν να κάνει ο Τσίπρας τις θεαματικές κωλοτούμπες με τις οποίες τον χρεώνουν προκαταβολικά, θα τις είχε κάνει από καιρό. Θα είχε πάρει τη συμφωνία και θα 'χε καθαρίσει. Εμ, βέβαια, γιατί να περιμένει ένα τετράμηνο και να βασανίζεται; Και να 'χει κι έναν ολόκληρο λαό στην τσίτα, να 'χουμε χάσει όλοι τον ύπνο μας από την αγωνία;
Και, επιτέλους, δεν θα επέμενε, ώς την τελευταία στιγμή, πως δεν
μετακινείται από τις «κόκκινες γραμμές». Κάπως θα επιχειρούσε να μας
προϊδεάσει, βρε αδερφέ. Λογικό δεν ακούγεται;
Με μια διπλή «συνθήκη» απέναντι στον ελληνικό λαό ανέλαβε ο Αλέξης Τσίπρας τη διακυβέρνηση της χώρας. Να μείνει πιστός στις προεκλογικές του δεσμεύσεις αφενός, και αφετέρου να διατηρήσει τη χώρα στην Ευρωζώνη. Εξίσου ισχυρές αμφότερες οι ρήτρες της συνθήκης. Και εξίσου απαιτητές από τον λαό εξάλλου. Όπως και στην εξέλιξη, και ώς σήμερα, δείχνουν (με θεαματικά ποσοστά) όλες οι έρευνες των διαθέσεων της κοινής γνώμης. Και η αλήθεια είναι ότι προς αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση το παλεύει εδώ και περίπου τέσσερις μήνες η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Και το παλεύει σκληρά. Μόνο όποιος δεν θέλει δεν μπορεί να το δει.
Σε κάποιες, σε αρκετές φάσεις της επώδυνης αυτής διαπραγμάτευσης, ανέκυψαν ερωτηματικά και απορίες για το κατά πόσο είναι συμβατά τα δύο σκέλη αυτής της συνθήκης. Ή μήπως πρόκειται εντέλει για πρακτικά ασύμπτωτα «ζητούμενα». Και, απλώς, χάνουμε τον καιρό μας. Με δεδομένους τους υπερσυντηρητικούς συσχετισμούς δυνάμεων της σημερινής ευρωπαϊκής «εξουσίας». Αλλά και με δεδομένους, από την άλλη μεριά, τους όντως μαξιμαλιστικούς για τα μέτρα τους, στόχους μιας (της πρώτης) αριστερής κυβέρνησης στο πλαίσιο της Ευρωζώνης. Στόχους που απειλούν να ανατρέψουν τα ευρωπαϊκά θέσμια, που απειλούν να διαταράξουν τις υφιστάμενες ισορροπίες. Και όχι μόνο, αλλά να αποτελέσουν και το «κακό παράδειγμα» για κάποιους άλλους. Με τον κίνδυνο μετάδοσης της «λοιμώδους κακοήθειας» να καραδοκεί...
Ποια «πολιτική βούληση»;
Και η αλήθεια είναι πως ακόμη δεν έχει απαντηθεί το ερώτημα. Όχι τουλάχιστον καθαρά και ξάστερα. Και δεν πρόκειται να έχουμε την τελική απάντηση ώς τη στιγμή που θα πέσουν οι υπογραφές. Οι ενδείξεις, απλώς, είναι σήμερα κάπως (κάπως...) αισιόδοξες.
Ο Έλληνας πρωθυπουργός ποντάρει πολύ, είναι ολοφάνερο, στη λεγόμενη «πολιτική βούληση» της ευρωπαϊκής ηγεσίας. Προκειμένου να παρακάμψει τις λογιστικού χαρακτήρα εμμονές της γραφειοκρατίας των «θεσμών». Και να ξεμπλοκάρει η διαδικασία. Αναρωτιέται ωστόσο κανείς ποια ακριβώς είναι αυτή η «πολιτική βούληση» των εταίρων και πιστωτών. Προς ποια κατεύθυνση κινείται. Και αν, εντέλει, θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως ενιαία.
Η απάντηση ως προς το ενιαίο ή μη της πολιτικής βούλησης είναι προφανέστατα αρνητική. Είναι βέβαιο ότι πολλοί και ισχυροί παράγοντες της ευρωπαϊκής ελίτ θα προέκριναν τη, με κάθε δυνατό τρόπο, ακύρωση του αριστερού ελληνικού πειράματος. Με την εξώθηση της ελληνικής κυβέρνησης προς ταπεινωτική υποταγή. Έτσι ώστε να μην μπορεί να σταθεί στο εσωτερικό της χώρας. Αλλά και να καταδείξει το άγονο κάθε τέτοιας προσπάθειας στους επίδοξους μιμητές. Ή, στην ακόμη καλύτερη για τα σχέδιά τους περίπτωση, την αντικατάσταση της κυβέρνησης Τσίπρα από άλλη, από την παρούσα Βουλή. Με τη συμμετοχή, φυσικά, και «φίλιων» πολιτικών δυνάμεων, προς... προσαρμοστικότερη κατεύθυνση. Την επανάληψη δηλαδή του πειράματος Παπαδήμου εις τα καθ' ημάς. Ιδέα η οποία, θα πρέπει να πούμε, δεν έχει ακόμη εγκαταλειφθεί, κάθε άλλο. Αρκεί να αποκρυπτογραφήσει κανείς δηλώσεις εκπροσώπων των κομμάτων της... σώφρονος αντιπολίτευσης. Μόλις προχθές επιφανές στέλεχος του ΠΑΣΟΚ δήλωνε ότι θα ήταν πρόθυμοι να στηρίξουν την όποια συμφωνία, αλλά με άλλον, και όχι τον Τσίπρα, πρωθυπουργό! Όνειρα θερινής νυκτός φυσικά, μη διαθέτοντα την ελάχιστη επαφή με την πραγματικότητα. Απολύτως δηλωτικά ωστόσο προθέσεων, σχεδίων και στόχων. Με σαφέστατα ορατή τη γραμμή σύνδεσης των έξω με τους μέσα. Με τους πρόθυμους «μέσα». Δίχως να μπορεί, ασφαλώς, να πει κανείς αν οι σχετικές απόψεις είναι ή όχι πλειοψηφικές στο επίπεδο των ισχυρών της Ευρώπης.
Ολόκληρο το προγραμματικό οικοδόμημα του ΣΥΡΙΖΑ βασίστηκε σε δύο μείζονες «παραδοχές». Πρώτα - πρώτα ότι οι εταίροι και πιστωτές δεν μπορεί παρά, με κάποιον τρόπο και στον όποιον βαθμό, να σεβαστούν την ετυμηγορία του ελληνικού λαού, όπως εκφράστηκε στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου. Δεδομένου ότι η Δημοκρατία βρίσκεται, έτσι κι αλλιώς, πάνω - πάνω στην ιεράρχηση των ευρωπαϊκών αξιών. Κι από την άλλη ότι δεν θα αποτολμήσουν να εξωθήσουν τα πράγματα στα άκρα. Οδηγώντας, διά της ανελαστικότητάς τους, στην τελική ρήξη. Δηλαδή στο λεγόμενο Grexit. Και τούτο όχι μόνο, ούτε τόσο, ως εκ του συνεπαγόμενου οικονομικού ρίσκου. Αλλά προπάντων του πολιτικού. Με απολύτως υπαρκτό, και πολλαπλώς ομολογημένο εξάλλου, τον κίνδυνο να σημάνει τούτο την αρχή του τέλους για την Ευρωζώνη.
Λογικές «παραδοχές» αμφότερες. Που όμως η πρώτη, εκείνη του σεβασμού στη Δημοκρατία, δεν είδαμε να πολυσυγκινεί τους εταίρους. Όχι τουλάχιστον όλους και, σίγουρα, όχι τους ισχυρότερους. Όσο για τη δεύτερη, διατίθενται πράγματι ισχυρές ενδείξεις, σύμφωνα με τις οποίες οι εταίροι δεν πρόκειται, τελικά, να επιλέξουν τη ρήξη. Ότι, έστω την τελευταία στιγμή και αφού εξαντλήσουν τα όποια και όσα μέσα πίεσής τους, δεν θα ρισκάρουν την ασφάλεια και την ακεραιότητα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.
Εμείς από δω, για την ώρα, δεν έχουμε παρά να το ευχηθούμε. Και να περιμένουμε να το δούμε..
ΠΗΓΗ: ΑΥΓΗ της Κυριακής, 24.05.2015
Με μια διπλή «συνθήκη» απέναντι στον ελληνικό λαό ανέλαβε ο Αλέξης Τσίπρας τη διακυβέρνηση της χώρας. Να μείνει πιστός στις προεκλογικές του δεσμεύσεις αφενός, και αφετέρου να διατηρήσει τη χώρα στην Ευρωζώνη. Εξίσου ισχυρές αμφότερες οι ρήτρες της συνθήκης. Και εξίσου απαιτητές από τον λαό εξάλλου. Όπως και στην εξέλιξη, και ώς σήμερα, δείχνουν (με θεαματικά ποσοστά) όλες οι έρευνες των διαθέσεων της κοινής γνώμης. Και η αλήθεια είναι ότι προς αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση το παλεύει εδώ και περίπου τέσσερις μήνες η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Και το παλεύει σκληρά. Μόνο όποιος δεν θέλει δεν μπορεί να το δει.
Σε κάποιες, σε αρκετές φάσεις της επώδυνης αυτής διαπραγμάτευσης, ανέκυψαν ερωτηματικά και απορίες για το κατά πόσο είναι συμβατά τα δύο σκέλη αυτής της συνθήκης. Ή μήπως πρόκειται εντέλει για πρακτικά ασύμπτωτα «ζητούμενα». Και, απλώς, χάνουμε τον καιρό μας. Με δεδομένους τους υπερσυντηρητικούς συσχετισμούς δυνάμεων της σημερινής ευρωπαϊκής «εξουσίας». Αλλά και με δεδομένους, από την άλλη μεριά, τους όντως μαξιμαλιστικούς για τα μέτρα τους, στόχους μιας (της πρώτης) αριστερής κυβέρνησης στο πλαίσιο της Ευρωζώνης. Στόχους που απειλούν να ανατρέψουν τα ευρωπαϊκά θέσμια, που απειλούν να διαταράξουν τις υφιστάμενες ισορροπίες. Και όχι μόνο, αλλά να αποτελέσουν και το «κακό παράδειγμα» για κάποιους άλλους. Με τον κίνδυνο μετάδοσης της «λοιμώδους κακοήθειας» να καραδοκεί...
Ποια «πολιτική βούληση»;
Και η αλήθεια είναι πως ακόμη δεν έχει απαντηθεί το ερώτημα. Όχι τουλάχιστον καθαρά και ξάστερα. Και δεν πρόκειται να έχουμε την τελική απάντηση ώς τη στιγμή που θα πέσουν οι υπογραφές. Οι ενδείξεις, απλώς, είναι σήμερα κάπως (κάπως...) αισιόδοξες.
Ο Έλληνας πρωθυπουργός ποντάρει πολύ, είναι ολοφάνερο, στη λεγόμενη «πολιτική βούληση» της ευρωπαϊκής ηγεσίας. Προκειμένου να παρακάμψει τις λογιστικού χαρακτήρα εμμονές της γραφειοκρατίας των «θεσμών». Και να ξεμπλοκάρει η διαδικασία. Αναρωτιέται ωστόσο κανείς ποια ακριβώς είναι αυτή η «πολιτική βούληση» των εταίρων και πιστωτών. Προς ποια κατεύθυνση κινείται. Και αν, εντέλει, θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως ενιαία.
Η απάντηση ως προς το ενιαίο ή μη της πολιτικής βούλησης είναι προφανέστατα αρνητική. Είναι βέβαιο ότι πολλοί και ισχυροί παράγοντες της ευρωπαϊκής ελίτ θα προέκριναν τη, με κάθε δυνατό τρόπο, ακύρωση του αριστερού ελληνικού πειράματος. Με την εξώθηση της ελληνικής κυβέρνησης προς ταπεινωτική υποταγή. Έτσι ώστε να μην μπορεί να σταθεί στο εσωτερικό της χώρας. Αλλά και να καταδείξει το άγονο κάθε τέτοιας προσπάθειας στους επίδοξους μιμητές. Ή, στην ακόμη καλύτερη για τα σχέδιά τους περίπτωση, την αντικατάσταση της κυβέρνησης Τσίπρα από άλλη, από την παρούσα Βουλή. Με τη συμμετοχή, φυσικά, και «φίλιων» πολιτικών δυνάμεων, προς... προσαρμοστικότερη κατεύθυνση. Την επανάληψη δηλαδή του πειράματος Παπαδήμου εις τα καθ' ημάς. Ιδέα η οποία, θα πρέπει να πούμε, δεν έχει ακόμη εγκαταλειφθεί, κάθε άλλο. Αρκεί να αποκρυπτογραφήσει κανείς δηλώσεις εκπροσώπων των κομμάτων της... σώφρονος αντιπολίτευσης. Μόλις προχθές επιφανές στέλεχος του ΠΑΣΟΚ δήλωνε ότι θα ήταν πρόθυμοι να στηρίξουν την όποια συμφωνία, αλλά με άλλον, και όχι τον Τσίπρα, πρωθυπουργό! Όνειρα θερινής νυκτός φυσικά, μη διαθέτοντα την ελάχιστη επαφή με την πραγματικότητα. Απολύτως δηλωτικά ωστόσο προθέσεων, σχεδίων και στόχων. Με σαφέστατα ορατή τη γραμμή σύνδεσης των έξω με τους μέσα. Με τους πρόθυμους «μέσα». Δίχως να μπορεί, ασφαλώς, να πει κανείς αν οι σχετικές απόψεις είναι ή όχι πλειοψηφικές στο επίπεδο των ισχυρών της Ευρώπης.
Ολόκληρο το προγραμματικό οικοδόμημα του ΣΥΡΙΖΑ βασίστηκε σε δύο μείζονες «παραδοχές». Πρώτα - πρώτα ότι οι εταίροι και πιστωτές δεν μπορεί παρά, με κάποιον τρόπο και στον όποιον βαθμό, να σεβαστούν την ετυμηγορία του ελληνικού λαού, όπως εκφράστηκε στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου. Δεδομένου ότι η Δημοκρατία βρίσκεται, έτσι κι αλλιώς, πάνω - πάνω στην ιεράρχηση των ευρωπαϊκών αξιών. Κι από την άλλη ότι δεν θα αποτολμήσουν να εξωθήσουν τα πράγματα στα άκρα. Οδηγώντας, διά της ανελαστικότητάς τους, στην τελική ρήξη. Δηλαδή στο λεγόμενο Grexit. Και τούτο όχι μόνο, ούτε τόσο, ως εκ του συνεπαγόμενου οικονομικού ρίσκου. Αλλά προπάντων του πολιτικού. Με απολύτως υπαρκτό, και πολλαπλώς ομολογημένο εξάλλου, τον κίνδυνο να σημάνει τούτο την αρχή του τέλους για την Ευρωζώνη.
Λογικές «παραδοχές» αμφότερες. Που όμως η πρώτη, εκείνη του σεβασμού στη Δημοκρατία, δεν είδαμε να πολυσυγκινεί τους εταίρους. Όχι τουλάχιστον όλους και, σίγουρα, όχι τους ισχυρότερους. Όσο για τη δεύτερη, διατίθενται πράγματι ισχυρές ενδείξεις, σύμφωνα με τις οποίες οι εταίροι δεν πρόκειται, τελικά, να επιλέξουν τη ρήξη. Ότι, έστω την τελευταία στιγμή και αφού εξαντλήσουν τα όποια και όσα μέσα πίεσής τους, δεν θα ρισκάρουν την ασφάλεια και την ακεραιότητα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.
Εμείς από δω, για την ώρα, δεν έχουμε παρά να το ευχηθούμε. Και να περιμένουμε να το δούμε..
ΠΗΓΗ: ΑΥΓΗ της Κυριακής, 24.05.2015
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου