(Το κείμενο αναφέρεται στο έργο «Ερωτικός Λόγος» του Γιάννη Ρίτσου και είναι για να θυμίσει την εκδρομή της Κυριακής 15 Μαίου, ώρα 6.
Συνεννοηθείτε με τους φίλους που έχουν αυτοκίνητο να σας φέρουν μέχρι το παλιό Δημοτικό Σχολείο των Καμαρών. Θα αφιερώσουμε την έξοδο αυτή στ' αγκάθια και τους θάμνους. Τα αγκάθια πέρασαν στη λογοτεχνία κυρίως ως συμβολικά καταστάσεων και τα φύλλα της ακάνθου έδωσαν έμπνευση του κορινθιακού ρυθμού στους κίονες. Ο Σεφέρης έγραψε το ποίημα "επί ασπαλάθων" και όλοι έχουμε ακούσει τη συμβουλή να μην περπατούμε ξυπόλητοι στ' αγκάθια (και όμως το κάνουμε!). Στη φωτογραφία εικονίζεται το χριστάγκαθο.
«Μικρή σου σουίτα σε κόκκινο μείζον». Μας πληγώνουν τα τρέχοντα και
ανοίγουμε άλλη θύρα εξόδου με τον κόκκινο λόγο του Γιάννη Ρίτσου,
περπατώντας ξυπόλητοι στ’ αγκάθια. Ψάχνουμε για κόκκινο στον «Ερωτικό
Λόγο» του ποιητή με τ’ αγκαθωτά λόγια. Αυτά της ομορφιάς και των
χρωμάτων ή τα άλλα με συμβολισμούς που φοβίζουν. Πρινάγκαθα, φιδάγκαθα,
νεράγκαθα και χριστάγκαθα τώρα και μέσα στον Ιούλιο κοκκινάγκαθα,
ασπράγκαθα, γαλανάγκαθα και μοσχάγκαθα.
Το δέρμα του χαρτιού ανάβει κόκκινο, το ολόγυμνο σώμα είναι κόκκινο, τα τζάμια κόκκινα, κόκκινος ουρανός, το λευκό με κηλίδες κόκκινες, η εσπέρα κόκκι-νη, ο θάμνος κόκκινος, οι γυναίκες κόκκινες.
Έρωτας κόκκινος και άτρωτο κόκκινο μας παρασέρνουν. Ήλιος κόκκινος, φεγγάρι αιμόφυρτο και η αγάπη μας πορφυρογέννητη πάντα. Ξαναβρίσκουμε τον ποιητή στα οινομαγειρεία ως Παπαδιαμάντη, στις εξορίες ως Βάρναλη, στα εκτελεστικά αποσπάσματα ως Λόρκα, στους πολέμους ως Μαβίλη, στο κατάστρωμα του βαποριού ως Καβαδία, στη φυλακή ως Ναζίμ Χικμέτ. Βάσανα και αίματα και καινούρια αγκάθια και μαγικά ονόματα στα θαυμαστά της χλόης, αργαλειοί με νέα ρήματα για τα φορέματα της ψυχής μας.
Τι να σου γράψουμε που εξαντλήθηκαν οι λέξεις μας; Πρόσεχε μη γλιστράς πάνω τους, όπως πάνω στα βράχια με τα μούσκλια της θάλασσας, πρόσεχε μην αγκυλώνεσαι και μην αγκυλώνεις. Φυλάξου απ’ τις μάσκες που φορούν και σε κάθε συνάντηση τις αλλάζουν. Κάτω απ’ τις αμφιέσεις και τις μεταμφιέσεις τους, ζήτα όσο γίνεται καθαρότερα πρόσωπα να προχωρήσεις, καθάρισε και συ τις δικές σου λέξεις.
Ορυχεία λέξεων υπάρχουν πολλά και λιβάδια, χρειάζεται όμως σκάψιμο και κόπος πολύς. Βυθισμένες για καιρό στον ύπνο τους, θέλουν μουσική να ξαναπάρουν ζωή. Σκάψε σε χρυσωρυχεία βιβλίων, ψάξε παντού όπου παλεύουν άνθρωποι. Ζήσε τη φύση ως τρυγητής θαυμάτων και λέξεων, ως ασκητής των αισθήσεων. Τέκνα της είμαστε, μας στέργει και μας στυλώνει σε δύσκολες ώρες. Απ’ αυτήν ερχόμαστε και σ’ αυτήν πάμε, συχνά πολύ βιαστικά, εκεί πορεύεται το τραίνο, για το λιμάνι αυτό πλωρίζει το βαπόρι πάντα. Ο δρόμος μακρύς, σπαρμένο το πέλαγος με θαλασσάγκαθα και παντού αθέριστο κόκκινο.
Είσαι, δεν είσαι στο νησί, βρες τα χρώματα όλα και τα ονόματα των αγκαθιών, τα μυστικά των κόκκινων ερώτων, μάζεψε κι άλλες λέξεις και τόλμα επιτέλους να μιλήσεις.
Το δέρμα του χαρτιού ανάβει κόκκινο, το ολόγυμνο σώμα είναι κόκκινο, τα τζάμια κόκκινα, κόκκινος ουρανός, το λευκό με κηλίδες κόκκινες, η εσπέρα κόκκι-νη, ο θάμνος κόκκινος, οι γυναίκες κόκκινες.
Έρωτας κόκκινος και άτρωτο κόκκινο μας παρασέρνουν. Ήλιος κόκκινος, φεγγάρι αιμόφυρτο και η αγάπη μας πορφυρογέννητη πάντα. Ξαναβρίσκουμε τον ποιητή στα οινομαγειρεία ως Παπαδιαμάντη, στις εξορίες ως Βάρναλη, στα εκτελεστικά αποσπάσματα ως Λόρκα, στους πολέμους ως Μαβίλη, στο κατάστρωμα του βαποριού ως Καβαδία, στη φυλακή ως Ναζίμ Χικμέτ. Βάσανα και αίματα και καινούρια αγκάθια και μαγικά ονόματα στα θαυμαστά της χλόης, αργαλειοί με νέα ρήματα για τα φορέματα της ψυχής μας.
Τι να σου γράψουμε που εξαντλήθηκαν οι λέξεις μας; Πρόσεχε μη γλιστράς πάνω τους, όπως πάνω στα βράχια με τα μούσκλια της θάλασσας, πρόσεχε μην αγκυλώνεσαι και μην αγκυλώνεις. Φυλάξου απ’ τις μάσκες που φορούν και σε κάθε συνάντηση τις αλλάζουν. Κάτω απ’ τις αμφιέσεις και τις μεταμφιέσεις τους, ζήτα όσο γίνεται καθαρότερα πρόσωπα να προχωρήσεις, καθάρισε και συ τις δικές σου λέξεις.
Ορυχεία λέξεων υπάρχουν πολλά και λιβάδια, χρειάζεται όμως σκάψιμο και κόπος πολύς. Βυθισμένες για καιρό στον ύπνο τους, θέλουν μουσική να ξαναπάρουν ζωή. Σκάψε σε χρυσωρυχεία βιβλίων, ψάξε παντού όπου παλεύουν άνθρωποι. Ζήσε τη φύση ως τρυγητής θαυμάτων και λέξεων, ως ασκητής των αισθήσεων. Τέκνα της είμαστε, μας στέργει και μας στυλώνει σε δύσκολες ώρες. Απ’ αυτήν ερχόμαστε και σ’ αυτήν πάμε, συχνά πολύ βιαστικά, εκεί πορεύεται το τραίνο, για το λιμάνι αυτό πλωρίζει το βαπόρι πάντα. Ο δρόμος μακρύς, σπαρμένο το πέλαγος με θαλασσάγκαθα και παντού αθέριστο κόκκινο.
Είσαι, δεν είσαι στο νησί, βρες τα χρώματα όλα και τα ονόματα των αγκαθιών, τα μυστικά των κόκκινων ερώτων, μάζεψε κι άλλες λέξεις και τόλμα επιτέλους να μιλήσεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου