Παχιές
ψυχές, καταχωνιασμένες σε παχιά αυτοκίνητα κακότροπου κυβισμού και σε
παχιά σπίτια μιας ακατάσχετης λάσπης, φτιαγμένης από ραγδαία σαντιγί.
Από χυδαία λευκότητα εννοώ∙ αυτή τη λευκότητα που όλα τα καταπίνει,
επειδή σε όλα ενδίδει. Επειδή όπως λένε, η λευκότητα είναι
αντικειμενική. Που μόνο αυτό δεν είναι. Η λευκότητα είναι η οθόνη όπου
πάνω της μπορούν να προβληθούν τα πάντα, αρκεί να έχουν χρώμα. Και να
ξέρεις: η απουσία ψυχής αποστερεί τα χρώματα από τον κόσμο και τίποτα
δεν προβάλλεται, τίποτα δεν ζωγραφίζεται ως προοπτική.
Και το λευκό παραμένει λευκό. Σαν ένα έγκλημα ανεξιχνίαστο. Δηλαδή μια λάσπη όπου καταχωνιάζονται οι ψυχές, μια λάσπη που καταπίνει τα μυαλά και τα ξεβράζει στους χειμώνες όλων των εποχών, παχιά και ανελέητα μέσα στα παχιά αυτοκίνητα της επηρμένης μοναξιάς που σκοτώνει, επειδή δεν ξέρει ότι η ζωή είναι πάντοτε μεγαλύτερη κι από την ίδια τη ζωή: αυτό το ελάχιστο χρώμα πριν κλείσει για πάντα τα μάτια της η θάλασσα. Κι αυτοί περνούν απ’ έξω κορνάροντας. Τουρίστες του λευκού θανάτου που θάβει τους ζωντανούς μέσα στα άγρια νεκροταφεία της ακατανόητης χαράς. Που ζωγραφίζει το λευκό με σπασμένα χέρια και ζωγραφίζει το μαύρο με σπασμένα μάτια και ανασαίνει το θόρυβο του λίπους που καίγεται μέσα στην εξάτμιση των παχυμένων αυτοκινήτων, καθώς έρχονται φοβισμένα, με έναν φόβο που φοβίζει από τα έγκατα του λίπους για να πάνε στο τίποτα μιας ανάξιας φυγής που ξεκινάει και καταλήγει στο ποτέ. Και ύστερα είναι νύχτα για τις παχιές ψυχές και τα παχιά αυτοκίνητα. Κι ανάβουνε τους προβολείς μην τύχει και τρακάρουνε με τους νεκρούς που έρχονται από την άλλη άκρη. Μην τύχει και τρακάρουν οι ελπίδες παραδείσου.
Από τη μια οι παχιές ψυχές και τα παχιά τους αυτοκίνητα, αλλά και το βαρύ φορτίο απ’ τις παχιές τους τις αγάπες. Και από την άλλη, στο φως τους το κατάλευκο των προβολέων, ο Άλλος που βαδίζει αντίθετα και φτιάχνει πρώτα τη σκιά του και ύστερα το σώμα του το διεσταλμένο που μαζεύεται ολόκληρο – σα να είναι εκατομμύρια σώματα εκατομμυρίων ετών – μέσα στα μάτια του. Στη κιβωτό της ψυχής του.
Σκιά ψυχής το σώμα του, αυτό το ίδιο σώμα – τέμενος της ομορφιάς που έσταξε κι έφτιαξε τα Άσματα. Όλα εκείνα τα άσματα κορμιού, κορμιού που έγινε κορμί μονάχα μέσα στο άλλο, μονάχα ως Άσμα των Ασμάτων. Δεν είναι κρίμα όλα αυτά να χάνονται μέσα στο λίπος, μέσα στις παχιές ψυχές, που κάθονται απάνω στις παχιές τις ρόδες και σφάζουνε ταχύτατα το άλλο βλέμμα το κατάπικρο; Αυτόν που έρχεται πιο πολύ από το «για πάντα» παρά από το «παντού». Γιατί βεβαίως το «για πάντα» είναι πιο μακρυά από το «παντού». Κι έχει πιο ρημαγμένους πρόσφυγες που ξεκινούν από το «πουθενά» για να φτάσουν στο «ποτέ». Περπατώντας αιώνες στιγμών, στιγμές που είναι αιώνες περπατώντας καθώς τους προσπερνούν τα παχιά αυτοκίνητα που μεταφέρουν τους λιπώδεις ανθρώπους σε παχιά γραφεία, με παχιές πολυθρόνες και λυπημένους πίνακες, που αποτεφρώθηκε η λύπη τους και ετάφη μέσα στο θάνατο των αγνοημένων λυπήσεων.
Έτσι είναι τα πράγματα. Κι αλίμονο αν δεν δούμε τα φανάρια τους όταν πέφτουν πάνω στα γραπτά μας, πάνω στους έρωτες, πάνω στα βιβλία μας, πάνω στα μεροκάματα, πάνω στα παιδιά μας. Αλίμονο αν δε τον δούμε τον κακομαθημένο κυβισμό αυτού του άθλιου καιρού να περνάει πνίγοντας στην σκόνη όλους τους προσφυγικούς καταυλισμούς των ελπίδων μας. Αλίμονο αν δεν πάρουμε από το χέρι τον καιρό για να τον θάψουμε μέσα στο χρόνο. Κάτω από την άσφαλτο όπου περνούν διαρκώς παχιά αυτοκίνητα. Τα αυτοκίνητά τους. Κάτω από την άσφαλτο όπου όμως υπάρχει πάντοτε η θάλασσα.
Εκεί όπου ξεβράζονται τα αληθινά πτώματα. Με το μαχαίρι ανάμεσα στα δόντια.
Και το λευκό παραμένει λευκό. Σαν ένα έγκλημα ανεξιχνίαστο. Δηλαδή μια λάσπη όπου καταχωνιάζονται οι ψυχές, μια λάσπη που καταπίνει τα μυαλά και τα ξεβράζει στους χειμώνες όλων των εποχών, παχιά και ανελέητα μέσα στα παχιά αυτοκίνητα της επηρμένης μοναξιάς που σκοτώνει, επειδή δεν ξέρει ότι η ζωή είναι πάντοτε μεγαλύτερη κι από την ίδια τη ζωή: αυτό το ελάχιστο χρώμα πριν κλείσει για πάντα τα μάτια της η θάλασσα. Κι αυτοί περνούν απ’ έξω κορνάροντας. Τουρίστες του λευκού θανάτου που θάβει τους ζωντανούς μέσα στα άγρια νεκροταφεία της ακατανόητης χαράς. Που ζωγραφίζει το λευκό με σπασμένα χέρια και ζωγραφίζει το μαύρο με σπασμένα μάτια και ανασαίνει το θόρυβο του λίπους που καίγεται μέσα στην εξάτμιση των παχυμένων αυτοκινήτων, καθώς έρχονται φοβισμένα, με έναν φόβο που φοβίζει από τα έγκατα του λίπους για να πάνε στο τίποτα μιας ανάξιας φυγής που ξεκινάει και καταλήγει στο ποτέ. Και ύστερα είναι νύχτα για τις παχιές ψυχές και τα παχιά αυτοκίνητα. Κι ανάβουνε τους προβολείς μην τύχει και τρακάρουνε με τους νεκρούς που έρχονται από την άλλη άκρη. Μην τύχει και τρακάρουν οι ελπίδες παραδείσου.
Από τη μια οι παχιές ψυχές και τα παχιά τους αυτοκίνητα, αλλά και το βαρύ φορτίο απ’ τις παχιές τους τις αγάπες. Και από την άλλη, στο φως τους το κατάλευκο των προβολέων, ο Άλλος που βαδίζει αντίθετα και φτιάχνει πρώτα τη σκιά του και ύστερα το σώμα του το διεσταλμένο που μαζεύεται ολόκληρο – σα να είναι εκατομμύρια σώματα εκατομμυρίων ετών – μέσα στα μάτια του. Στη κιβωτό της ψυχής του.
Σκιά ψυχής το σώμα του, αυτό το ίδιο σώμα – τέμενος της ομορφιάς που έσταξε κι έφτιαξε τα Άσματα. Όλα εκείνα τα άσματα κορμιού, κορμιού που έγινε κορμί μονάχα μέσα στο άλλο, μονάχα ως Άσμα των Ασμάτων. Δεν είναι κρίμα όλα αυτά να χάνονται μέσα στο λίπος, μέσα στις παχιές ψυχές, που κάθονται απάνω στις παχιές τις ρόδες και σφάζουνε ταχύτατα το άλλο βλέμμα το κατάπικρο; Αυτόν που έρχεται πιο πολύ από το «για πάντα» παρά από το «παντού». Γιατί βεβαίως το «για πάντα» είναι πιο μακρυά από το «παντού». Κι έχει πιο ρημαγμένους πρόσφυγες που ξεκινούν από το «πουθενά» για να φτάσουν στο «ποτέ». Περπατώντας αιώνες στιγμών, στιγμές που είναι αιώνες περπατώντας καθώς τους προσπερνούν τα παχιά αυτοκίνητα που μεταφέρουν τους λιπώδεις ανθρώπους σε παχιά γραφεία, με παχιές πολυθρόνες και λυπημένους πίνακες, που αποτεφρώθηκε η λύπη τους και ετάφη μέσα στο θάνατο των αγνοημένων λυπήσεων.
Έτσι είναι τα πράγματα. Κι αλίμονο αν δεν δούμε τα φανάρια τους όταν πέφτουν πάνω στα γραπτά μας, πάνω στους έρωτες, πάνω στα βιβλία μας, πάνω στα μεροκάματα, πάνω στα παιδιά μας. Αλίμονο αν δε τον δούμε τον κακομαθημένο κυβισμό αυτού του άθλιου καιρού να περνάει πνίγοντας στην σκόνη όλους τους προσφυγικούς καταυλισμούς των ελπίδων μας. Αλίμονο αν δεν πάρουμε από το χέρι τον καιρό για να τον θάψουμε μέσα στο χρόνο. Κάτω από την άσφαλτο όπου περνούν διαρκώς παχιά αυτοκίνητα. Τα αυτοκίνητά τους. Κάτω από την άσφαλτο όπου όμως υπάρχει πάντοτε η θάλασσα.
Εκεί όπου ξεβράζονται τα αληθινά πτώματα. Με το μαχαίρι ανάμεσα στα δόντια.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου