Ένα τεραστίων διαστάσεων μνημείο, που έχει το μήκος πισίνας Ολυμπιακών διαστάσεων, ανακαλύφθηκε θαμμένο στην άμμο μέσα στο Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της Πέτρας Ιορδανίας, σύμφωνα με δημοσίευμα του American Schools of Oriental Research.
Σύμφωνα με τους μελετητές, τα ευρήματα αποκάλυψαν μια δομή που εσωκλείει μικρότερο χώρο, ο οποίος αρχικά ήταν στρωμένος με πλάκες, ενώ στην ανατολική πλευρά βρίσκονται κίονες που κάποτε αποτελούσαν τα στολίδια στο πλάι σκάλας. Ένα μικρό κτήριο 8,5 επί 8,5 μέτρων, ήταν στην κορυφή του εσωτερικού χώρου.
Οι αρχαιολόγοι χρησιμοποίησαν εικόνες δορυφόρου, αεροφωτογραφίες από drone και τεκμηριωμένα στοιχεία από το έδαφος για να οριοθετήσουν την περιοχή. Το μεγάλο μνημείο δεν έχει ομοιότητες με οποιαδήποτε άλλη δομή στην Πέτρα, όπως διαβάζουμε στο National Geographic. Η λαξευμένη στον κόκκινο ψαμμίτη πόλη, που είναι ο μεγαλύτερος εθνικός θησαυρός της Ιορδανίας, ανακαλύφθηκε επίσης τυχαία, στην άμμο της ερήμου, στις αρχές του 19αι αιώνα από έναν νεαρό, Ελβετό τυχοδιώκτη. Ο Τζον Μπέργκον της έδωσε το χαρακτηρισμό «Η ροδοκόκκινη πόλη που είναι αρχαία σαν το μισό το χρόνου.
Το όνομα που χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι της πόλης, οι Ναβαταίοι ή Ναμπάτου όπως τους αποκαλούσαν οι Μεσοποτάμιοι λαοί, ήταν Ράκμου που σημαίνει «Βράχος με χρωματιστές ραβδώσεις». Σύμφωνα με τον αρχαίο Έλληνα ιστορικό του 4ου αιώνα π.Χ.Ιερώνυμο τον Καρδιανό, το όνομα Πέτρα δόθηκε από τους Έλληνες εμπόρους επειδή οι κάτοικοι της πόλης γιόρταζαν την εποχή της άνοιξης μια θεότητα στην οποία προσέφεραν διάφορα αγαθά, ως θυσία, πάνω σε μια μεγάλη πέτρα. Η μεγάλη αυτή πέτρα βρίσκεται νοτιοδυτικά της αρχαίας πόλης και σήμερα ονομάζεται Ουμ-αλ-Μπιγιάρα.
Ο πρώτος δυτικός εξερευνητής που είδε την πόλη Πέτρα, μετά την εγκατάλειψη της από τους κατοίκους της, ήταν ο Ελβετός Γίοχαν Λούντβιχ Μπούρκχαρντ, ο οποίος έφυγε τον Αύγουστο του 1812 από τη Δαμασκό και μέσω της πόλης Αμμάν και της Οδού των Βασιλέων ταξίδεψε προς το νότο. Φτάνοντας στην κοιλάδα Ουάντι Μούσα ζήτησε να προσφέρει θυσία στο Τζεμπέλ Χαρούν, πάνω στο όρος Ααρών εκεί που βρίσκεται ο τάφος του αδερφού του Μωυσή. Για να φτάσει στο όρος πέρασε μέσα από την εγκαταλελειμμένη πόλη της Πέτρας όπου κατέγραψε όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία για αυτήν στο ταξιδιωτικό του ημερολόγιο το οποίο εκδόθηκε το 1822.
Το 1818 δυο Άγγλοι περιηγητές, ο Τσάρλς Λέοναρντ Άιρμπι και ο Τζέιμς Μανγκλς από το όρος Ααρών, από 1510 υψόμετρο είδαν το ναό της Πέτρας το Εντ-Ντεΐρ, που σημαίνει το Μοναστήρι. Το 1828 ο Γάλλος Λεόν ντε Λαμπόρντ έφτασε στην Πέτρα με ασφάλεια και έμεινε οκτώ μερόνυκτα εκεί για να σχεδιάσει διάφορα εικονογραφικά ντοκουμέντα για την πόλη τα οποία δημοσίευσε με την επιστροφή του στο Παρίσι. Το 1835 ο Γάλλος Κατρμέρ επισκέφθηκε την πόλη και υποστήριξε ότι την έκτισαν οι Ναβαταίοι. Το 1883 ο Γερμανός Γιούλιους Όιτινγκ και ο Γάλλος Σαρλ Ιμπέρ μελέτησαν εκτενέστερα τα ερείπια της περιοχής και υποστήριξαν τη θεωρία του Κατρμέρ. Το 1896 οιΔομινικανοί ιερείς Λαγκράνς και Βενσάν οργάνωσαν ανασκαφικές αποστολές έως το 1907 μαζί με τη βοήθεια του Γκούσταφ Ντάλμαν.
Όλη η πόλη της Πέτρας με τα κτίσματα της είναι λαξευμένη πάνω σε μαλακά ψαμμιτικά πετρώματα και αποτελεί ένα ζωντανό μνημείο ενός αξιοθαύμαστου πολιτισμού. Η αρχιτεκτονική της πόλης έχει έντονη την επίδραση των Ελλήνων και των Ρωμαίων, ειδικά των τελευταίων που αφού την κατέκτησαν ήθελαν να αφήσουν το στίγμα της εξουσίας τους και σε αυτή τη γωνία της αυτοκρατορίας τους. Τα καλύτερα διατηρημένα κτίρια είναι το θησαυροφυλάκιο ή αλλιώς Χαζνέ Φαραούν με μια πρόσοψη ύψους 40 μέτρων, το Μοναστήρι, το ρωμαϊκό θέατρο χωρητικότητας 15000 ατόμων, τα λουτρά, ο εμπορικός δρόμος, ο βασιλικός τάφος της Υδρίας, ο τάφος του Ρωμαίου στρατιώτη, η πέτρα Ουμ-αλ-Μπιγιάρα που τοποθετούσαν τις προσφορές τους οι Ναβαταίοι για να λατρέψουν την άνοιξη, το δρόμο Σικ που αποτελεί το πέρασμα για να μπει κανείς στην πόλη της Πέτρας με τοίχους ύψους 50 μέτρων και τέλος τη μεγάλη τελετουργική πλατεία Ζιμπ Ατούφ με δυο οβελίσκους ύψους 6 μέτρων αφιερωμένους στους Αλ-Ούτσα και Ντουσχάρα που ταυτίζονταν με την Αφροδίτη και το Δία αντίστοιχα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου