Σάββατο 26 Μαρτίου 2016

Η ΛΑ.Ε. ΚΑΙ Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΕΥΚΟΛΩΝ ΑΠΑΝΤΗΣΕΩΝ


ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΗΛ. ΙΩΑΚΕΙΜΟΓΛΟΥ  

Του ΠΕΤΡΟΥ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ  

Στην ιστοσελίδα RProject δημοσιεύτηκε πρόσφατα ένα ενδιαφέρον άρθρο του Ηλία Ιωακείμογλου με τίτλο “ΛΑΕ: Τί πρόγραμμα χρειαζόμαστε”; Ο αρθρογράφος στέκεται κριτικά στην τελευταία διακήρυξη της ΛΑΕ (Ανατροπή τώρα! Για τι, με ποιους, πως;) θέτοντας σοβαρά ερωτήματα, τα οποία ασφαλώς θα τεθούν στο κέντρο του δημόσιου διαλόγου που φιλοδοξεί να αναπτύξει η ΛΑΕ εν όψει της ιδρυτικής συνδιάσκεψής της, το αμέσως επόμενο διάστημα. Προσωπικά θεωρώ ότι αρκετές διεισδυτικές παρατηρήσεις του Ηλία, ενός συντρόφου που διαχρονικά στέκεται στο έδαφος του επαναστατικού, μη δογματικού Μαρξισμού, μπορούν να παίξουν προωθητικό ρόλο σ' αυτόν τον ζωτικά αναγκαίο διάλογο ενός νέου πολιτικού εγχειρήματος, που πασχίζει να αποκτήσει σταθερό βάδισμα, φυσιογνωμία και μάχιμο πρόγραμμα ανατροπής. Φοβάμαι όμως ότι ο αθρογράφος δεν αποφεύγει τον πειρασμό των εύκολων, κληροδοτημένων απαντήσεων στα καίρια προβλήματα που τίθενται ενώπιον όχι μόνο της ΛΑΕ, αλλά και των ευρύτερων δυνάμεων που έχουν αναφορά στις σύγχρονες δυνάμεις της εργασίας και του σοσιαλισμού.

Πιστεύω ότι δεν θα αδικήσω τον Ηλία Ιωακείμογλου αν υποστηρίξω ότι η γενική οπτική της τοποθέτησής του καθορίζεται από δύο κεντρικές παραδοχές. Πρώτον, ότι ο χώρος της ΛΑΕ διατρέχεται, σε χονδρικές γραμμές, από μια αντίθεση που τον διαχωρίζει σε δύο οιονεί “στρατόπεδα”: εκείνους που υιοθετούν μια επαναστατική, αντικαπιταλιστική- σοσιαλιστική στρατηγική, θεωρώντας ότι η διαρθρωτική κρίση του σύγχρονου καπιταλισμού δεν αφήνει περιθώρια για “ενδιάμεσες” απαντήσεις και εκείνους που, υπό το πρίσμα μιας στρατηγικής “σταδίων”, υιοθετούν μια πολιτική ευρύτερου αντιμνημονιακού- πατριωτικού μετώπου, που φιλοδοξεί να περιλάβει και τμήματα της αστικής τάξης. Και δεύτερον, ότι ακριβώς λόγω αυτής της κεντρικής διχογνωμίας, δεν μπορεί να υπάρξει ενιαία στρατηγική, κάτι που θα μετέτρεπε τη ΛΑΕ σε ενιαίο κόμμα, αλλά μόνο μια τακτικού χαρακτήρα, ενιαιομετωπική σύγκλιση “όπου θα συμφωνήσουμε όλοι πάνω σε πέντε βασικές αρχές και δεκαπέντε, είκοσι, σε όσες θέλετε, αντιμνημονιακές δράσεις”.
Θέλω να ελπίζω ότι, στη μεγάλη τους πλειονότητα, οι σύντροφοι της ΛΑΕ δεν θα αναγνωρίσουν τον εαυτό τους σε κανένα από τα δύο “στρατόπεδα” που βιάστηκε να προδικάσει ο σύντροφος Ηλίας. Προσωπικά δεν έχω αντιληφθεί την ύπαρξη ρευμάτων στους κόλπους της ΛΑΕ τα οποία υιοθετούν τη λογική των “σταδίων”. Όπως δεν μπορώ να δεχθώ ότι υπάρχουν ρεύματα τα οποία, από κεκτημένη “αντιπολιτευτική” ταχύτητα, θα αμφισβητούσαν τη σημασία της ανατροπής της μνημονιακής τάξης πραγμάτων στο όνομα του σοσιαλισμού, κάτι που θα τους κατέτασσε πολύ κοντά στην- ακίνδυνη γι ατο σύστημα- λογική του ΚΚΕ.
Θα συμφωνήσω με τον Ηλία ότι ο δομικός χαρακτήρας της κρίσης (και η θέση της Ελλάδας στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα, θα προσέθετα) δεν επιτρέπουν φαντασιώσεις για κάποιο ενδιάμεσο “στάδιο” μιας ευσταθούς, προοδευτικής αλλαγής, από ένα εξίσου φαντασιακό μέτωπο της εργατικής τάξης με υποτιθέμενα “πατριωτικά” τμήματα του κεφαλαίου. Αυτό άλλωστε απέδειξε η εμπειρία των επτά μηνών από την πρώτη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ και η οξύτατη κοινωνική πόλωση που προς στιγμήν εμφανίστηκε, την περίοδο του δημοψηφίσματος, ανάμεσα στα κοινωνικο- πολιτικά μπλοκ του ΝΑΙ και το ΟΧΙ. Αλλά η μη ύπαρξη μεταβατικού “σταδίου” δεν μπορεί να μεταφράζεται σε μη ύπαρξη μεταβατικού προγράμματος πάλης των λαϊκών τάξεων για μια άμεση, λυτρωτική απάντηση στις αγωνίες και τις ανάγκες τους. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στη λογική του “επαναστατικού τελεσιγραφισμού” από μία αυτοανακηρυγμένη “πρωτοπορία”, που θέτει ως προϋπόθεση για την ανάπτυξη μετωπικής δράσης την αποδοχή των δικών της στρατηγικών στόχων από τις λαϊκές μάζες.
Ασφαλώς, ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να θεωρείται “εικόνισμα”, όπως έλεγε κάποτε ο Χαρίλαος Φλωράκης, δηλαδή μια απλή διακήρυξη ταυτότητας, που επιτρέπει στην Αριστερά οποιαδήποτε δεξιόστροφη γραμμή στα άμεσα, “τακτικής φύσης” προβλήματα. Ως υπαρκτή τάση που συγκρούεται με την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων- κάτι πολύ διαφορετικό από ένα απλό “ιδανικό” για το ακαθόριστο μέλλον- οφείλει να αναπτύσσεται μέσα από το σημερινό κίνημα για την ανατροπή των κοινωνικών και πολιτικών συσχετισμών σε βάρος του κεφαλαίου, συγκεντρώνοντας δυνάμεις για αποφασιστικές αναμετρήσεις, οι οποίες θα θέσουν κάποια στιγμή επί τάπητος το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας (και όχι μόνο της κυβέρνησης). Ειρήσθω εν παρόδω ότι αυτό το καθοριστικό ζήτημα περνάει σε δεύτερη μοίρα στο συγκεκριμένο άρθρο, ορισμένες διατυπώσεις του οποίου, μάλιστα, είναι ανοιχτές σε αυταπάτες ότι μπορεί να υπάρξουν διευρυνόμενες “σοσιαλιστικές” νησίδες εντός καπιταλιστικής κυριαρχίας, με “μη καπιταλιστικές μορφές παραγωγής”, με “δομές αλληλεγγύης χτισμένες πάνω στις αξίες του σοσιαλισμού” κ.α. Και μόνο η προώθηση άμεσων μέτρων, μεγάλης κρουστικής ισχύος, που προτείνει η ΛΑΕ, όπως η στάση πληρωμών του χρέους, η έξοδος από την ευρωζώνη και η εθνικοποίηση των τραπεζών (μετά μάλιστα από την πρόσφατη αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος τους) ισοδυναμούν με κήρυξη πολέμου στο διεθνές χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Κάτι που θα οδηγήσει σε μια ιστορικών διαστάσεων σύγκρουση, που θα φέρει επί τάπητος το πρόβλημα της πραγματικής εξουσίας.
Εκείνο που μου προξένησε κάποια έκπληξη στο κείμενο συμβολής του Ηλία, ενός μαρξιστή που δεν κουβαλάει πάνω του τις γνωστές αγκυλώσεις συγκεκριμένων ρευμάτων του ιστορικού κομμουνισμού, είναι η ευκολία με την οποία διολισθαίνει σε παραδοσιακές σχηματικότητες που διαχωρίζουν με σινικά τείχη τη στρατηγική με την τακτική και βλέπουν τη σχέση εργατικού κόμματος- ευρύτερου κοινωνικοπολιτικού μετώπου με τη λογική των “ομόκεντρων κύκλων” (ένα εργατικό κόμμα με ξεκάθαρη, “επαναστατική” στρατηγική και ένα ευρύτερο μέτωπο με ευτύτερα εκμεταλλευόμενα στρώματα πάνω σε φλέγοντα θέματα της συγκυρίας). Ακόμη κι αν υποτεθεί, για οικονομία της συζήτησης, ότι αυτή η οπτική ήταν σωστή σε άλλες εποχές και χώρες (με ένα συμπαγές βιομηχανικό προλεταριάτο να περιτριγυρίζεται από μια θάλασσα μικροαστικών στρωμάτων και με ισχυρά, μαζικά κόμματα κομμουνιστικής αναφοράς), δεν νομίζω ότι αποτελεί γόνιμη γραμμή σκέψης στη σημερινή εποχή της εξαιρετικής πολυμορφίας του κόσμου της εργασίας και της κρίσης των αριστερών, πολιτκών υποκειμένων, σε όλες τις εκφράσεις τους.
Φυσικά, το θέμα απαιτεί μεγάλη συζήτηση και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί διεξοδικά στο πλαίσιο ενός άρθρου. Θα έλεγα όμως ότι σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, ένας αξιόμαχος πολιτικός φορέας για τη χειραφέτηση της εργασίας δεν μπορεί παρά να έχει “μετωπικά” χαρακτηριστικά και έναν ορισμένο “πλουραλισμό” τάσεων και ευαισθησιών στο εσωτερικό του. Αυτό σημαίνει, πάντα κατά την προσωπική μου γνώμη, μια ελάχιστη στρατηγική σύγκλιση, χωρίς την οποία ο όποιος πολιτικός φορέας θα είναι ένας πύργος της Βαβέλ, και μια ισχυρή προγραμματική σύγκλιση, που θα του δώσει κρουστική δύναμη και μαζική απήχηση. Αντίθετα, η λογική “αφήνουμε στην άκρη όλα τα στρατηγικά ζητήματα και συμφωνούμε μόνο σε πέντε- δέκα άμεσες, αντιμνημονιακές δράσεις” θα οδηγήσει μοιραία, πιστεύω, σε μια εκλογική σημαία ευκαιρίας ή σε ένα χαλαρό δίκτυο κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων ή σε ένα αμήχανο υβρίδιο αυτών των δύο. Κι αυτό, είμαι απολύτως βέβαιος, είναι το τελευταίο πράγμα που θα ήθελε ο Ηλίας Ιωακείμογλου, όπως και το Κόκκινο Δίκτυο στο σύνολό του.

Στη συνέχεια η Iskra καταχωρεί προς σφαιρική ενημέρωση των αναγνωστών της ολόκληρο το άρθρο του Ηλία Ιωακείμογλου από το rproject.gr

ΛΑ.Ε.: ΤΙ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ;
Του ΗΛΙΑ ΙΩΑΚΕΙΜΟΓΛΟΥ*
Γράφει η Διακήρυξη της ΛΑΕ, στην πρώτη κιόλας σελίδα της, ότι η Λαϊκή Ενότητα είναι «ένας μετωπικός πολιτικός φορέας». Αυτό που διαβάζουμε όμως στη συνέχεια είναι το πρόπλασμα ενός κυβερνητικού προγράμματος, ενός κόμματος, διότι τοποθετείται επί σειράς στρατηγικών ζητημάτων με τα οποία μια προγραμματική μετωπική συμφωνία, εκ της φύσεώς της, δεν ασχολείται. Πρόκειται λοιπόν για μετωπικό φορέα, ή για μέτωπο που υποκρύπτει κόμμα, ή για οργανωτικό υβρίδιο; Καλό θα ήταν να αναρωτηθούμε: Υπάρχουν άραγε οι προϋποθέσεις για κάτι περισσότερο από τη συγκρότηση ενιαίου μετώπου; Συμφωνούν άραγε όλες οι οργανώσεις που συμμετέχουν στις απαντήσεις που δίνει η Διακήρυξη στα στρατηγικά ζητήματα;
Ας θυμηθούμε μερικές στρατηγικές διαφορές που δεν επιτρέπουν τη συγκρότηση κόμματος:

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΣΤΑΔΙΩΝ  
Υπάρχουν μερικοί από εμάς στο χώρο της ΛΑΕ, και όχι μόνο στον χώρο του Κόκκινου Δικτύου, που θεωρούν ότι η κρίση του καπιταλισμού, επειδή είναι διαρθρωτική, αφορά δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο είναι χτισμένο το σύστημα, μπορεί να λυθεί μόνο με διαρθρωτικά μέτρα, είτε μέτρα της αστικής τάξης κατά των δυνάμεων της εργασίας είτε μέτρα των εργαζόμενων τάξεων κατά του κεφαλαίου. Είναι αδύνατο να παλέψουμε για μια αντικαπιταλιστική έξοδο από την κρίση χωρίς να θίξουμε τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής στην ίδια τη βάση του, δηλαδή στις σχέσεις ιδιοκτησίας, στις σχέσεις παραγωγής και στη διαδικασία αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης. Αυτά σημαίνουν ότι μιλάμε για κοινωνικές τάξεις και ταξικούς αγώνες και ότι δεν θεωρούμε το σοσιαλισμό ένα ιστορικό στάδιο στο βάθος του ορίζοντα, αλλά μια ιστορική τάση ενύπαρκτη στον καπιταλισμό, της οποίας τα ψήγματα είναι παρόντα εδώ και τώρα, και εμείς πρέπει να τους δώσουμε χώρο και διάρκεια για να αναπτυχθούν. Γι’ αυτόν το λόγο θέλουμε ένα μεταβατικό πολιτικό πρόγραμμα χτισμένο ακριβώς επάνω σε αυτήν την αντίληψη, ότι ο σοσιαλισμός είναι ιστορική τάση διαρκώς παρούσα που μας αναθέτει, στην παρούσα ιστορική συγκυρία, το καθήκον να είμαστε πάνω στη ρότα της επανάστασης. Εκεί που θίγονται οι σχέσεις καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, εκεί που αναπτύσσονται δομές αλληλεγγύης χτισμένες πάνω στις αξίες του σοσιαλισμού, εκεί που εμφανίζονται μη καπιταλιστικές μορφές παραγωγής, εκεί που αμφισβητείται η αστική ιδεολογία, στις ιδέες και στα πρακτικά της αποτελέσματα.
Υπάρχουν όμως και άλλοι, φίλοι και σύντροφοι, που θεωρούν ότι αυτά αφορούν ένα μελλοντικό στάδιο της ιστορίας και ότι τώρα αυτό που προέχει είναι να απαλλαγούμε από το μνημόνιο και να αποκαταστήσουμε τις ζημιές που έχει υποστεί ο λαός. Θεωρούν ότι η αναφορά στο σοσιαλισμό πρέπει να έχει μόνο οραματικό χαρακτήρα διότι τώρα οι συνθήκες δεν είναι ώριμες παρά μόνο για ένα πατριωτικό, δημοκρατικό, προοδευτικό, αντιμνημονιακό μέτωπο.

ΕΧΕΙ ΧΡΩΜΑ Η ΥΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΣ;
Υπάρχουν μερικοί από εμάς που νομίζουν ότι αποτελεί χίμαιρα ο σχεδιασμός μιας υποτίμησης του νομίσματος που θα βασίζεται σε πατριωτικές, προοδευτικές, δημοκρατικές δυνάμεις, διότι η ίδια η υποτίμηση χαράσσει μια διαχωριστική γραμμή ένθεν κακείθεν της οποίας παρατάσσονται, εκ των πραγμάτων, οι αντιτιθέμενες κοινωνικές δυνάμεις που έχουν εισόδημα από εργασία από τη μια και εισόδημα από κέρδη, τόκους και προσόδους (από την υπεραξία δηλαδή) από την άλλη.
Υπάρχουν όμως και άλλοι, φίλοι και σύντροφοι, που νομίζουν ότι η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα και η υποτίμησή του πρέπει να έχει κεντρικό ρόλο στη στρατηγική της Αριστεράς, και ότι είναι μια υπόθεση της «πατρίδας», της «κοινωνικής πλειοψηφίας» και του «λαού» ‒και για το λόγο αυτόν καλούν σε μέτωπο πατριωτικό, δημοκρατικό, προοδευτικό και αντιμνημονιακό.

ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ Η' ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ;
Υπάρχουν μερικοί από εμάς που νομίζουν ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για παραγωγική ανασυγκρότηση χωρίς να μιλάμε για τις παραγωγικές σχέσεις, δηλαδή τις σχέσεις που έχουν οι εργαζόμενοι μεταξύ τους και με «την ιεραρχία» στους χώρους παραγωγής, τις σχέσεις που έχουν με τα μέσα παραγωγής που θέτουν σε κίνηση, το δεσποτισμό του εργοδότη, τη διεύθυνση και τον έλεγχο της εργασίας ‒σε τελευταία ανάλυση δεν μπορούμε να μη μιλάμε για τις σχέσεις ιδιοκτησίας, κυριότητας και νομής.
Υπάρχουν όμως και φίλοι και σύντροφοι που νομίζουν ότι δεν μπορούμε να θίξουμε τώρα τον πυρήνα του συστήματος, δηλαδή τις παραγωγικές σχέσεις, παρά μόνο εάν φροντίσουμε πρώτα να αποκτήσει η χώρα ένα ισχυρό παραγωγικό σύστημα το οποίο θα μπορεί στη συνέχεια να αντέξει τις απαιτήσεις μας για αλλαγές στις κοινωνικές σχέσεις της παραγωγής και στη διανομή του προϊόντος. Η παραγωγική ανασυγκρότηση (δηλαδή η ανασυγκρότηση των παραγωγικών δυνάμεων) εμφανίζεται έτσι ως ένα ιστορικό στάδιο που θα πρέπει να διαβούμε τώρα για να μπορούμε στη συνέχεια να βαδίσουμε προς κοινωνικές αλλαγές.

ΤΑΞΙΚΕΣ ΣΥΜΜΑΧΙΕΣ: ΜΕ ΠΟΙΟΥΣ ΘΑ ΠΑΣ ΚΑΙ ΠΟΙΟΥΣ ΘΑ ΑΦΗΣΕΙΣ;
Υπάρχουν μερικοί από εμάς που νομίζουν ότι η αστική τάξη και οι σύμμαχοί της δεν είναι μια χούφτα άνθρωποι. Είναι ένα ολόκληρο «Μένουμε Ευρώπη» που αντιπαρατίθεται στο κοινωνικό μπλοκ του ΟΧΙ, στις υποτελείς κοινωνικές τάξεις, στους μισθωτούς του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, τους άνεργους, τους πρεκάριους, τους φτωχούς, τη νεολαία που δεν έχει άλλο να πουλήσει εκτός από την εργασιακή της δύναμη.
Υπάρχουν όμως και φίλοι και σύντροφοι που νομίζουν ότι ο λαός, η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία που περιλαμβάνει και τη μικρή και μεσαία αστική τάξη (μικρομεσαίες επιχειρήσεις), αποτελεί το κοινωνικό υποκείμενο της προόδου, της δημοκρατίας, του πατριωτισμού, ενώ στο αντίπαλο στρατόπεδο βρίσκεται μια δράκα ανθρώπων, η πλουτοκρατία, η ολιγαρχία που συμμαχεί με τον ιμπεριαλισμό και ευθύνεται για την εθνική υποτέλεια και την εξάρτηση.

ΧΤΥΠΑΜΕ ΜΑΖΙ, ΑΛΛΑ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΒΑΔΙΖΟΥΜΕ ΜΑΖΙ;
Αυτές και άλλες τόσες είναι οι διαφορές στα στρατηγικά ζητήματα στους κόλπους της ΛΑΕ. Υπάρχουν πράγματα που συντίθενται και πράγματα που δεν συντίθενται ‒και τέτοιες είναι οι διαφορές αυτές.
Αυτό που ωστόσο είναι εφικτό στην παρούσα συγκυρία είναι η οργάνωση του μετώπου της αντιμνημονιακής Ριζοσπαστικής Αριστεράς, με τη συμμετοχή όλων των οργανώσεων, καθεμιάς με τη δική της ξεχωριστή αντίληψη για τα στρατηγικά ζητήματα ‒διότι σε ένα μέτωπο, σε ένα αριστερό αντιμνημονιακό μέτωπο, δεν θα χρειαστεί να λύσουμε τα μεγάλα ζητήματα της στρατηγικής. Θα χρειαστεί να απαντήσουμε σε ερωτήματα που αφορούν τα άμεσα καθήκοντα που υπαγορεύουν τώρα οι κοινωνικές αντιθέσεις: με άλλα λόγια, χρειαζόμαστε μια μετωπική προγραμματική συμφωνία, όπου θα συμφωνήσουμε όλοι σε πέντε βασικές αρχές και δεκαπέντε, είκοσι, σε όσες θέλετε, αντιμνημονιακές δράσεις.
Βαδίζουμε ξεχωριστά, χτυπάμε μαζί! Η δημιουργία ενός μετώπου που υποκρύπτει κόμμα, η συγκρότηση ενός υβριδίου τύπου ΣΥΡΙΖΑ, όπου οι ρόλοι θα συγχέονται και όλοι θα συνυπάρχουν μέσα στην οργανωτική δημιουργική ασάφεια, και όπου οι διαφορές θα λύνονται με τροπολογίες στην άποψη της πλειοψηφίας, θα οδηγήσει αναγκαστικά στην πολυδιάσπαση, την παρακμή και το μαρασμό ‒που θα παρασύρει και καθεμία ξεχωριστά τις συνιστώσες της ΛΑΕ.
*Πηγή: rproject.gr
Πέμπτη 24 Μαρτίου 2016

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου