Δευτέρα 28 Μαρτίου 2016

Η θρησκεία της ανάπτυξης και της προόδου

Ριζοσπαστικές Αναγνώσεις

Οικονομία και φύση

Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος
Οι πρωτόγονες κοινωνίες άλλα είχαν στο μυαλό τους όταν αποφάσισαν να συμβιώσουν να τραφούν από ό,τι τους προσέφερε η φύση επιζήτησαν και το κατάφεραν χωρίς να ταραχτεί οποιαδήποτε ισορροπία στο περιβάλλον.

Εκτοτε πέρασαν χιλιετίες πολλές, οι κοινωνίες πολλαπλασιάστηκαν, οι ανάγκες γιγαντώθηκαν, η τροφοσυλλογή δεν επαρκούσε πλέον για να ζήσουν οι πληθυσμοί. Σιγά σιγά άρχισαν να προγραμματίζουν το μέλλον τους, δηλαδή τη διασφάλιση της τροφής τους, και στη συνέχεια αναπτύχθηκαν ο πολιτισμός και οι τέχνες. Η οικονομία παρέμενε, όμως, ανά τους αιώνες το ζητούμενο.
Οι θεωρητικοί της οικονομίας άλλα πρόβλεψαν καλά και άλλα όχι, διότι οι εξουσίες, ως γνωστόν, είναι άπληστες και κυρίως όσοι τις κολακεύουν. Ο άνθρωπος μπορεί να κραύγασε (Νίτσε) ότι ο θεός είναι νεκρός, μπορεί να ξεπέρασε τη θεοκρατία και να τοποθέτησε στη θέση της τον άνθρωπο, παρ' όλα αυτά έδωσε στον εαυτό του απεριόριστα δικαιώματα και εξουσίες που υπερέβαλλαν το μέτρον και κατέληξε, χωρίς ίσως να το συνειδητοποιήσει, στην εγκαθίδρυση μιας νέας θεολογίας, της οικονομίας.
Μια θεολογία την οποία ασπάζονται όχι οι κοινωνίες αυτή τη φορά αλλά -παράδοξο;- οι εξουσίες. Σε αυτήν την πλάνη παγιδεύτηκαν ακόμη και τα μεγαλύτερα μυαλά της ανθρωπότητας, ο Καρλ Μαρξ λόγου χάριν, που ομολογουμένως, επέδειξε αξιομνημόνευτη επιστημονικότητα στο θέμα της οικονομικής οργάνωσης της σκέψης των κοινωνιών.
Η επέμβαση στη φύση είναι ύβρις διότι, απλώς, η φύση είναι πεπερασμένη, άρα είναι ουτοπία η απεριόριστη ανάπτυξη. δείχνει μόνο την αλαζονεία του ανθρώπου που θεωρεί ότι είναι ο μόνος κύριος στον πλανήτη.
Δείχνει επίσης αν και είμαστε ακόμη στην αρχή ότι μια τέτοια συμπεριφορά με βάση την ευθύγραμμη οικονομία δεν οδηγεί σε κάποια τελείωση του ανθρώπου, δεν ανακαλύπτει το νόημά του, αλλά, αντιθέτως, οδηγεί, μαθηματικά σχεδόν, στον αυτοαφανισμό του, μια και η τύχη του κρέμεται από ένα μικρό λάθος σε ένα πυρηνικό εργοστάσιο, παραδείγματος χάριν. Λίγοι είναι πλέον οι αναλυτές που κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για την εξαφάνιση του είδους. Υπάρχουν, όμως.
❖❖❖❖❖
Τα Χριστούγεννα του 1945 και ενώ είχαν προηγηθεί τα Δεκεμβριανά, 200 περίπου νέοι επιστήμονες και καλλιτέχνες, γόνοι αστικών οικογενειών και γόνοι αριστερών οικογενειών, επιβιβάζονται στο νεοζηλανδέζικο πλοίο «Ματαρόα» ως υπότροφοι του Γαλλικού Ινστιτούτου, με προορισμό τη Γαλλία. Ανάμεσά τους οι: Κ. Καστοριάδης, Λ. Αξελός, Ν. Σβορώνος, Α. Προβελέγγιος, Μ. Μακρής, Ε. Αλεξίου, Ε. Κριαράς, Ι. Ξενάκης, Μ. Κρανάκη, Μ. Ζαχαριάς και ο Κ. Παπαϊωάννου.
Ο Κ. Παπαϊωάννου γεννήθηκε το 1925 στον Βόλο και από το 1945 έζησε στη Γαλλία όπου και πέθανε. Δίδαξε σε διάφορα γαλλικά πανεπιστήμια και έγραψε πληθώρα έργων στα ελληνικά και στα γαλλικά, φιλοσοφικού, πολιτικού και κοινωνιολογικού περιεχομένου. Το βιβλίο του «Η αποθέωση της Ιστορίας» (Εναλλακτικές Εκδόσεις) περιέχει πέντε δοκίμια τα οποία σε προγενέστερο χρόνο είχαν δημοσιευτεί σε γαλλικά περιοδικά.

Η αποθέωση της ιστορίας Η αποθέωση της ιστορίας Κώστας Παπαϊωάννου επιμέλεια: Γιώργος Καραμπελιάς μετάφραση: Σπύρος Κακουριώτης Εναλλακτικές Εκδόσεις, 1992 Σελ. 196 |
Αυτόν τον σπουδαίο διανοητή αποσιώπησε το σύνολο σχεδόν της ελληνικής κυρίως αριστερής διανόησης και τολμώ να πω διότι δεν μπορούσε να αναμετρηθεί ούτε με τον φιλοσοφικό ίσκιο του, αλλά και γιατί ο Παπαϊωάννου ήταν ένας κριτικός του μαρξισμού ή κατά άλλους ένας μεταμαρξιστής, δηλαδή ένας «αποστάτης» της ορθοδοξίας. Ο Παπαϊωάννου άσκησε κριτική στην ίδια τη μαρξιστική θεωρία και όχι απλά στις αστοχίες της εφαρμογής της, μια κριτική στον Μαρξ και όχι μόνο στους επιγόνους του, τους μαρξιστές. Ο Παπαϊωάννου στο σύνολο του έργου του συνομιλεί με τον Χέγκελ και κυρίως με τον Μαρξ, τον οποίο εκτιμά πολύ, αλλά δεν τον θεοποιεί –π.χ. τον θεωρεί μέτριο φιλόσοφο, αλλά κορυφαίο αναλυτή του καπιταλισμού– επισημαίνει τις αστοχίες της μαρξιστικής θεώρησης και ταυτόχρονα ασκεί κριτική στην ανθρωπολογική θεμελίωση της νεωτερικότητας, του αναγεννησιακού και διαφωτιστικού κόσμου.
Για τον Παπαϊωάννου ο νεωτερικός κόσμος θεμελιώνεται στο ανθρωπολογικό υπόδειγμα, από τη θεοκρατική νοηματοδότηση του κόσμου (Μεσαίωνας) στην ανθρωποκεντρική νοηματοδότηση, από την ανθρωποποίηση του θείου στη θεοποίηση του ανθρώπου διαμέσου του ιστορικού χρόνου, του ανθρώπινου πράττειν.
Ο Χέγκελ «έλυσε» το φιλοσοφικό αίνιγμα με το να θεωρήσει ότι η Ιστορία είναι ο χώρος της απόλυτης ελευθερίας του ατόμου. Αλλά η Ιστορία ως χώρος πραγμάτωσης του απαλλαγμένου από τα δεσποτικά δεσμά του θεού υποκειμένου δεν μπορεί να είναι κυκλική αλλά προοδευτική και να αναζητάει την τελείωση (το ιδανικό τέλος).
Για να θεμελιωθεί το νόημα αυτό της Ιστορίας, ο Διαφωτισμός εφηύρε την έννοια της προόδου και του ευθύγραμμου χρόνου, μια νέα εγκόσμια θρησκευτική πίστη, αλλά και ανήγγειλε τον καθαγιασμό της ανθρώπινης Ιστορίας με τη δημιουργία ενός παράδεισου επί της γης (της ιδανικής πολιτείας).
Ο Παπαϊωάννου είναι από τους πρώτους διανοούμενους που ασκεί κριτική στην αυταπάτη της θρησκείας της προόδου, αυταπάτη που διατρέχει το έργο του Μαρξ και εκφράζεται στο σχήμα: η απεριόριστη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων (υλική πρόοδος) θα οδηγήσει αντικειμενικά στην ιδανική κοινωνία (κομμουνισμός).
Το ανθρωπολογικό υποκείμενο δεν αρκείται, λοιπόν, στο να αποκαθηλώσει τον θεό και να ενθρονίσει στη θέση του τον άνθρωπο –θάνατος του θεού, θεοποίηση του ανθρώπου– αλλά από την αυγή των νεωτερικών χρόνων ανήγγειλε τη θρησκευτική του πίστη στην πρόοδο, δηλαδή τον θάνατο της φύσης.
Η πρόοδος, ο ιστορικός χρόνος, για να κυριαρχήσει δεν αρκεί απλά να διαχωριστεί από τον φυσικό κόσμο, πρέπει και να τον υποτάξει. Να πώς εκφράζει ο Μαρξ αυτή την αντίληψη: «Μια φύση καθαρά αντικειμενική, ξένη προς το υποκείμενο δεν υπάρχει πλέον» ή «Η Ιστορία της βιομηχανίας […] είναι η ανθρώπινη ψυχολογία που έγινε εμπειρικά αντιληπτή»!
Οπως παρατηρεί εύστοχα ο Παπαϊωάννου, με τη νεωτερικότητα «υψώθηκε ένας ουμανισμός ο οποίος ήθελε να είναι η συνέχεια του ελληνικού ουμανισμού, αλλά υπήρξε ακριβώς το αντίθετό του. Για τους Ελληνες η φύση ήταν το μέτρο των πάντων και η επιστήμη προσέφερε την αρετή. Στο εξής η φύση θα είναι αντικείμενο και η επιστήμη θα προσφέρει την εξουσία».
Ο έλλογος άνθρωπος, το υποκείμενο του Διαφωτισμού που είναι φύσει αγαθό, είναι πλέον εφοδιασμένο με το υπερόπλο του ορθού λόγου, την επιστήμη και τις εφαρμογές της για να υποτάξει και τις πιο ανυπότακτες φυσικές δυνάμεις.
O υπερόπτης αυτός νεωτερικός άνθρωπος, καθοδηγούμενος από την ύβρη της ισχύος και της κυριαρχίας πάνω στη φύση και στους ανθρώπους και από τις δυνάμεις της προόδου, τις αυτονομημένες παραγωγικές δυνάμεις και το τεχνοσύμπαν που δημιουργούν, σύντομα θα οδηγηθεί σε ανθρωπολογικό αδιέξοδο. Θα εκπέσει σε μαζάνθρωπο-καταναλωτή, σε άνθρωπο εμπόρευμα, σε τεχνούργημα, θα οικοδομήσει έναν πολιτισμό της εγωιστικής περιχαράκωσης.
*Καθηγητής Οικονομικών στο ΤΕΙ Ηπείρου, συγγραφέας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου